"Ισορροπώντας στο χείλος του γκρεμού"–κριτική της συλλογής του Κώστα Τζίρα "Της Ερημιάς και του Σκότους" από τον Μιχαήλ Μπζινκόουσκι, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1895, Ιούνιος 2023
- ekdoseisstegi
- Dec 18, 2024
- 9 min read
Updated: Mar 21

Συμβαίνει πολύ σπάνια μια νέα ποιητική συλλογή να μου κάνει μεγάλη εντύπωση με την πρώτη ματιά, με τους πρώτους στίχους, εντύπωση η οποία δε σβήνει μέχρι την τελευταία σελίδα αφήνοντας στη μνήμη μου ανεξίτηλες εικόνες. Τότε, σε αυτές τις εξαιρετικά σπάνιες και μοναδικές στιγμές αισθάνομαι σαν να πρωτοδιαβάζω τους μεγάλους Έλληνες ποιητές, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, σε εποχές όταν ανακάλυπτα τον ανεξερεύνητο πλούτο και τη μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής λογοτεχνίας που άδικα θεωρείται «μικρή» σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες των μεγάλων χωρών.
Επομένως, όταν ο Εκδοτικός Οίκος «Στέγη» μού έστειλε την συλλογή Της Ερημιάς και του Σκότους του Κώστα Τζίρα που μόλις εκδόθηκε, και με ρώτησε αν μπορούσα να κάνω κριτική, ένιωσα βαθιά συγκινημένος και τιμημένος. Στον ακαδημαϊκό, ο οποίος ασχολείται κυρίως με την «κλασική» νεοελληνική λογοτεχνία και την μεταφράζει στα πολωνικά, αυτή η πρόταση φάνηκε εξαιρετική επειδή η εν λόγω συλλογή έχει όλα τα γνωρίσματα τα οποία την κάνουν διαφορετική και μοναδική στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Με άλλα λόγια: η συλλογή του Κώστα Τζίρα είναι έργο par excellance ποιητικό και πλησιάζει την αρχετυπική ουσία της ποίησης, τέτοιας που επεκτείνεται πέρα από το συνειδητό, αγγίζοντας τα πιο βαθιά ριζωμένα, υποσυνείδητα μέρη του ανθρώπινου μυαλού.
Η πολυσέλιδη συλλογή του Κώστα Τζίρα αποτελείται από τρία μέρη που μπορούν να διαβάζονται ως τρία ξεχωριστά εκτενή ποιήματα: Ι. Το Δέντρο, ΙΙ. Οι Άνθρωποι, ΙΙΙ. Το Ημερολόγιο.
Ήδη στο πρώτο ποίημα της συλλογής ο ποιητής σκιαγραφεί μια δραματική εικόνα, θέτοντας στη σκηνή μια φιγούρα ριζωμένη σχεδόν σε όλες τις αρχαίες Ευρωπαϊκές μυθολογικές παραδόσεις – το δέντρο. Τέτοιο πανάρχαιο σύμβολο, σαν axis mundi που αποτελεί κέντρο του σύμπαντος ενώνοντας τη γη με τον ουρανό, τον Άδη και τον Παράδεισο, φαίνεται για τον Κώστα Τζίρα ως μια ευρεία μεταφορά ζωής που δεν νικιέται και παραμένει σταθερή ανεξαρτήτως όλων των συμφορών που μπορούν να συμβούν. Η λιτότητα των εικόνων καθώς και η μεταφυσική διάθεση που διαπερνάει σχεδόν ολόκληρη τη συλλογή του, θέτουν τον αναγνώστη σε κατάσταση διαλογισμού και, πού και πού, θα έλεγα, και υπνωτισμού. Η εικόνα του δέντρου μεταφορικά φέρνει στο νου τον άνθρωπο που υποφέρει και όμως δεν παραδίδεται:
Να βλέπεις ένα δέντρο να γέρνει
και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα
όχι γιατί δεν μπορείς
αλλά γιατί συνεχίζει
Να γερνάει με απρόσμενη νεότητα
Πηγάδι που υψώνεται
από την άβυσσο στον ουρανό
σε ένα καταρράκτη κεραυνών παραδομένο
Γεννημένο για κάτι άλλο
και κάτι του έμελλε.
(Ι. Το Δέντρο, σελ. 11)
Οι εικόνες που ακολουθούν στο πρώτο αυτό μέρος επικεντρώνονται στην ιδιορρυθμία του δέντρου, ως ένα σημείο προσωποποιημένου, που ίσως σε γενικές γραμμές αποτελεί τη μυθική εικόνα του κάθε ανθρώπου. Στην παντοτινή νεότητα, και σε συνθήκες που δεν είναι ευνοϊκές, όπως συμβαίνει την άνοιξη που δεν πρόκειται να έρθει, αντιμετωπίζοντας «το μάταιο ενός ορίζοντα» (Ι. Το Δέντρο, σελ. 12), το δέντρο όλο και ομορφαίνει. Ο Κώστας Τζίρας δε διστάζει να πολλαπλασιάζει τα αινίγματα, να δημιουργεί τολμηρές και πρωτότυπες εικόνες. Επομένως, διευρύνει την μυθική εικόνα του δέντρου-ανθρώπου και, αν σωστά αποκρυπτογραφώ τη χρήση της λέξης «έκπτωτος», διανύει το βιβλικό έδαφος:
Τα κλαδιά του (...)
Δοσμένα ακραία
στο κάλλος
στο τέλος ενός κόσμου
έκπτωτου από τη ρίζα
(Ι. Το Δέντρο, σελ. 13).
Στη συνέχεια, η πρώην νεότητα αντικαθίσταται από την καθαρότητα, όμως αλλάζει και η προοπτική: το πάνω γίνεται το κάτω και αντίθετα, σαν να μην υπόκειται το δέντρο στους φυσικούς νόμους, σαν να ανήκει σε άλλο κόσμο και σε μεταφυσική πραγματικότητα που υπερβαίνει την κανονική ανθρώπινη υπόσταση:
Τα κλαδιά του (...)
Κρυμμένα στο χώμα
χώμα στον ουρανό
χώμα που η γη δεν πάτησε
(Ι. Το Δέντρο, σελ. 13).
Η εικόνα του δέντρου ολοένα μεταβάλλεται και υπαινίσσεται διαφορετικές διαστάσεις του ανθρώπινου δράματος. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι σε τέτοιες περίπλοκες μεταβολές και τολμηρές μεταφορές δε χάνει ποτέ ο Κώστας Τζίρας τη δύναμη της έκφρασης, δε χαμηλώνει καθόλου το σοβαρό, και ελεγειακό ύφος του, το οποίο θα το δείξει πλήρως στο τελευταίο μέρος της συλλογής, Το Ημερολόγιο. Οι στίχοι του μοιάζουν κάποτε με λιτανεία, σαν να αγγίζουν «το ιερό», σαν να μας μυούν στα μυστήρια του υπερβατικού:
Και αυτός ο καταρράκτης κεραυνών
έσωζε
οδύσσεια πλημμύριζε
την έρημο
την μοναξιά
το έλεος.
(Ι. Το Δέντρο, σελ. 15)
Περιέργως, δράμα του δέντρου αποδεικνύονται οι ρίζες του, το να είναι μόνιμα ριζωμένο, να μην μπορεί να κουνηθεί: «Όμως δεν έφευγε / από λουσμένα χωράφια / από χώμα θλιβερής δυστυχίας» (Ι. Το Δέντρο, σελ. 18). Ο ποιητής χρησιμοποιεί τα αρχετυπικά σύμβολα, εμβαθύνοντας ολοένα και περισσότερο στα στρώματα του ασυνείδητου. Ανάμεσα στους γκρεμούς, κάτω στην άβυσσο, «τα βάθη να το αγκαλιάζουν» (Ι. Το Δέντρο, σελ. 17) το δέντρο παραμένει, σιωπηλό, καρτερικό. Γδαρμένο από το Βορρά που το χάιδευε, εξακολουθεί το αδιάκοπο μοιρολόι του «Δέκα μέτρα βήματα / σε ένα φθινόπωρο θανάτου» (Ι. Το Δέντρο, σελ. 20).
Το αντίζυγο του θανάτου και της φθοράς και το μόνο αντίδοτο για την υπαρξιακή αγωνία φαίνεται να είναι η αγάπη, «η δύναμη / μέσα στις δυνάμεις» (Ι. Το Δέντρο, σελ. 22). Εξάλλου, η σκιά του θανάτου που, στοιχειώνοντας τον άνθρωπο, εξακολουθεί να αφήνει τα χνάρια του παντού – που σε ό,τι αφορά την ατμόσφαιρα μού θύμιζε πολύ τις γνωστές συλλογές του Παντελή Μπουκάλα Ρήματα και του Γιώργου Μαρκοπούλου Τον κρυφό κυνηγό – εμφανίζεται στις πιο απροσδόκητες και πρωτότυπες εικόνες. Το δέντρο του Κώστα Τζίρα «αναγκασμένο στα έγκατα / ζωντανό στα έγκατα» (Ι. Το Δέντρο, σελ. 29) φαίνεται να είναι εμπλεκόμενο στην πανάρχαια πάλη ζωής και θανάτου. Πολύ ενδιαφέρουσα και ελκυστική μου φάνηκε σε αυτά τα συμφραζόμενα η μεταφορά του δέντρου ως κομματιασμένης γέφυρας:
Φορτωμένο
βαριάς ύπαρξης αβυσσαλέα κομμάτια
μιας γέφυρας που ένωνε
τη ζωή το θάνατο
το μετά.
(Ι. Το Δέντρο, σελ. 24).
Η εικόνα της γέφυρας με εσχατολογικές απηχήσεις θα ξαναεμφανιστεί στο τελευταίο μέρος της συλλογής.
Η πεμπτουσία της λιτότητας του πρώτου μέρους Της Ερημιάς και του Σκότους βρίσκεται στο τελευταίο ποίημα που σφραγίζει τις πολυσήμαντες εικόνες που προηγούνται:
Σε μια στιγμή
υπάρχεις
Σε μια στιγμή
χάνεσαι
Όλα
Σε μια στιγμή
(Ι. Το δέντρο, σελ. 37)
***
Το επόμενο μέρος της συλλογής, τιτλοφορούμενο Οι άνθρωποι, τριγυρνάει γύρω από την κεντρική ιδέα του ανθρώπου ως μοναδικού και ξεχωριστού όντος, από τη μία, και από την άλλη ως άρρηκτα συνδεδεμένου με την κοινωνία. Με άλλα λόγια, ο Κώστας Τζίρας παίζει με την ιδέα του προσωπικού και του συλλογικού, στοχάζεται την συνύπαρξή τους καθώς και τα σημεία όπου αυτά αποκλείονται ή συγκρούονται.
Το μέρος αυτό διαπερνάται από την ατμόσφαιρα στασιμότητας και αδράνειας που κάποτε μου φέρνει στο νου τις απηχήσεις των πρώιμων ποιημάτων το Καβάφη, Της πόλης και Μονοτονίας, με την ίδια διάθεση παγίδευσης, αδυνατότητας να προχωρήσει κανείς. Είναι σαν τους ναύτες του Σεφέρη από το γνωστό ποίημα, που περιμένουν «παντοτινά ξέμπαρκοι ψάχνοντας τις τσέπες τους για τσιγάρο». Όμως οι άνθρωποι από την παρούσα συλλογή χρειάζονται επαφή με άλλους ζωντανούς, δεν είναι παρόμοιοι με τους σεφερικούς πρωταγωνιστές που – για να φύγουν από το αδιέξοδο – αναζητούν τη βοήθεια των πεθαμένων. Απελπισμένοι, ψηλαφώντας στο σκοτάδι, προσπαθούν να πλησιάζουν τους άλλους για να επιβεβαιώσουν, να επαληθεύσουν την δική τους ύπαρξη:
Όλα κυλάνε ίδια
δεν έχουν τι να πουν
δεν ξέρουν αν είναι μέρα ή βράδυ.
Ακουμπάει ο ένας τον άλλον
για να δουν αν ζουν
ή αν πέθαναν
και δεν το κατάλαβαν.
(ΙΙ. Οι Άνθρωποι, σελ. 42)
Οι φαινομενικά ευτυχισμένοι άνθρωποι αυτοί, κάπως κοιμισμένοι από τη μονοτονία που ζούνε, δεν συνειδητοποιούν ότι έχουν βρεθεί σε αδιέξοδο, στη μεταφορική σπηλιά η οποία, περιέργως, όχι μόνο τους κλείνει μέσα αλλά και τους ακολουθεί:
Φτάνουν σε σπηλιές
κάνουν ένα βήμα
Οι σπηλιές κάνουν ένα βήμα κι αυτές
(ΙΙ. Οι Άνθρωποι, σελ. 45)
Ο Κώστας Τζίρας με αυτή την εικόνα της σπηλιάς φαίνεται να υπαινίσσεται το ταξίδι στο άγνωστο, στο ασυνείδητο, το ταξίδι το οποίο – αν και αποτελεί έναν από τους πιο αρχετυπικούς μύθους και είναι ένα μοτίβο ευρέως διαδεδομένο στη λογοτεχνία το οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε έως και στο πανάρχαιο βαβυλωνιακό έπος «Γκιλγκαμές» – στην ποίησή του προσφέρει στον αναγνώστη μια αίσθηση φρεσκάδας που είναι δύσκολο να εξηγηθεί και που όμως μπορεί να διαισθανθεί κανείς.
Με το μονότονο ρυθμό του τρένου κυλάνε οι στίχοι, με το τακτικό τικ-τακ του ρολογιού οι άνθρωποι του Κώστα Τζίρα ταξιδεύουν προς το άγνωστο, μην ξέροντας το προορισμό τους. Εξάλλου, το καράβι του δεν ξεκινάει, όμως δεν είναι σάπιο, όπως στον Σεφέρη, αλλά παγωμένο:
Ξεκινάνε ένα ταξίδι
με παγωμένο καράβι.
Γεμίζουν βαλίτσες με αλλαξιές
τις βάζουν κάτω, πιο κάτω
εκεί που κρύβουν τον εαυτό τους.
Αναχωρούν με σάλπισμα
στις δώδεκα
και δώδεκα λεπτά
και δώδεκα δευτερόλεπτα
με γέλια κακαριστά
για μια νέα ζωή
(ΙΙ. Οι Άνθρωποι, σελ. 50)
Φτάνει να ξεκινήσουν, χωρίς σκοπό, μα με μια ελπίδα, να είναι σε κίνηση, να μην βασανιστούν με την καρτερία για κάτι που δε θα γίνει.
Αν και το ταξίδι φαίνεται να μην έχει νόημα, γιατί «επιστρέφουν στον ίδιο σημείο» (ΙΙ. Οι Άνθρωποι, σελ. 52) και εξάλλου, «δεν έχουν που να πάνε / ή που να επιστρέψουν. (ΙΙ. Οι Άνθρωποι, σελ. 56), θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να προχωράνε, για να μην ματαιωθούν οι προσπάθειές τους.
Είναι οι άνθρωποι που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν πλήρως τη ζωή τους, το σώμα τους και όλα που ενδεχομένως να τους έχουν συμβεί. Η λέξη-κλειδί που φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Κώστα Τζίρα είναι το ρήμα «κομματιάζω». Με αυτό εκφράζει, μεταξύ άλλων, την ματαιότητα όχι μόνο να ολοκληρωθεί το μεταφορικό ταξίδι τους, αλλά και να πραγματοποιήσουν οι άνθρωποι αυτοί τα όνειρα και το στόχο τους. Επομένως:
Χωρίζονται σε κομμάτια
που το καθένα βλέπει
από τον δικό του ορίζοντα [...]
Κομματιασμένα σε άπειρα άλλα
που στο τέλος είναι ελάχιστα
και δεν έχουν σημασία» (ΙΙ. Οι Άνθρωποι, σελ. 47).
Επιπλέον, κάπως απογυμνώνονται, αλλά επίσης σε κομμάτια: «κόβουν τα κομμάτια τους / για να μην μείνει τίποτα» (ΙΙ. Οι Άνθρωποι, σελ. 55)
Ας μου επιτραπεί ξανά να αναφέρω έναν συνειρμό με την γνωστή εικόνα του Σεφέρη, από το Μυθιστόρημα Γ΄, ποίημα γεμάτο μυθικές απηχήσεις και συλλογικές αναμνήσεις. Αν και τα χέρια από το αναφερθέν ποίημα δεν είναι «ακρωτηριασμένα», οι εικόνες μοιάζουν μεταξύ τους – η συνείδηση ξυπνάει τα φαντάσματα, σαν να μην μπορούσαν οι άνθρωποι να επικοινωνήσουν με τον εαυτό τους ή να βρουν τον εαυτό τους ακέραιο. Το δεύτερο μέρος της συλλογής του Κώστα Τζίρα, με τις εικόνες των «κομματιασμένων» ανθρώπων, με ανεξήγητο τρόπο μου έφερε στη μνήμη άλλο ένα σκοτεινό ποίημα, Τον ωρολογοποιό του Γιάννη Κοντού και τους τελευταίους, τόσο βαρείς στίχους: «Επιστρέφει με σπασμένους / λεπτοδείκτες, βίδες, ρουμπίνια και τη μεζούρα / του χρόνου χιλιοκομμένη».
***
Με το τελευταίο μέρος της συλλογής Της ερημιάς και του σκότους, Το Ημερολόγιο, βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στα υποσυνείδητα στρώματα του μυαλού μας. Ο ποιητής μας οδηγεί μέσα σε ένα λαβύρινθο συνυφασμένο από φόβους, άγχη, ανησυχίες και προπαντός στοιχειωμένο από τη σκιά του πανταχού παρόντος θανάτου. Οι στίχοι είναι διαπεραστικοί, οι γλωσσικές επιλογές και τα εκφραστικά μέσα μάς φέρνουν ευθεία στην καρδιά του σκοταδιού. Η λιτότητα έκφρασης και ο λυρισμός του ποιητή σκληρά, αλλά ταυτόχρονα και με τρυφερότητα, ξετυλίγουν μπροστά μας ιστούς στους οποίους όλοι είμαστε πιασμένοι και τους οποίους, θέλοντας και μη, βλέπουμε ολοένα. Ωστόσο, πετυχαίνει να αποφεύγει συναισθηματισμούς και πάθος, και ο Κώστας Τζίρας μιλάει με ακρίβεια και λιτότητα. Σμιλεύει στο μάρμαρο των λέξεων αξέχαστες εικόνες:
Πρώτη φορά κοιτάξαμε τα μάτια του
τα μάτια του θανάτου
όχι όταν συνηθίσαμε
το βλέμμα του
στο βλέμμα μας
αλλά όταν τα σπλάχνα μας
έμαθαν να γίνονται
νερό
βροχή
ένα ποτάμι
για να βαπτίζεται
κάθε φορά που έβλεπε μέσα μας
για να μάθει να πιστεύει
σε εμάς.
(ΙΙΙ. Το Ημερολόγιο, σελ. 69)
Το τρίτο μέρος της συλλογής του Κώστα Τζίρα ηχεί με συναρπαστικό ρυθμό λέξεων και εκφράσεων σαν να μας προσκαλεί ο ποιητής στο χορό με τον ίδιο το θάνατο, εκείνο από τις παλιές μεσαιωνικές παραστάσεις στις οποίες όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξεως και ηλικίας πιάνουν το χορό. Όλοι μπερδεύονται σε αυτό το χορό, δεν μπορεί να διακρίνει κανείς τους νεκρούς από τους ζωντανούς, συμπλέκονται και προχωράνε ισορροπώντας σε μια τόσο λεπτή γέφυρα, σαν το μυθικό «της τρίχας το γεφύρι»: «Σε μια γέφυρα / που φτιάχναμε / και ένωνε / αυτό που λέμε ζωή / κι αυτό που λέμε θάνατο» (ΙΙΙ. Το Ημερολόγιο, σελ. 74).
Στην εποχή όπου οι ποιητές τείνουν να πειραματίζονται με τη γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνονται από την ουσία της ποίησης, τέτοιας που δεν φοβάται να εκφράζει τα υπαρξιακά, δύσκολα θέματα – όπως το λέει εύστοχα ο Κώστας Τζίρας: «γιατί ο φόβος / κρύβει την αλήθεια» (ΙΙΙ. Το Ημερολόγιο) –, στην εποχή όπου προτιμάμε να λησμονηθούν τα δυσάρεστα, τα θλιβερά και τα οριστικά, η συλλογή Της Ερημιάς και του Σκότους εμφανίζεται εξαιρετικά πρωτότυπη. Γεμάτη υπαινιγμούς μάλλον σε συλλογικό παρά σε ατομικό υποσυνείδητο, αναζητώντας τα ίχνη των αρχετυπικών εικόνων στην σημερινή πραγματικότητα, η συλλογή του Κώστα Τζίρα μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις πιο σημαντικές ποιητικές συλλογές στο σύγχρονο ποιητικό λόγο. Παρουσιάζεται – ας θυμίσουμε ξανά τους στίχους του ποιητή – σαν το δέντρο που «Στεκόταν στην άβυσσο / στον γκρεμό που περίμενε» (Ι. Το Δέντρο, σελ. 19).
Michał Bzinkowski – Γεννημένος στην Κρακοβία το 1975. Αναπληρωτής καθηγητής Κλασικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Γιαγκελόνσκι (Uniwersytet Jagielloński) της Κρακοβίας (Πολωνία), Τμήμα Κλασικών Σπουδών (Instytut Filologii Klasycznej). Τα τελευταία βιβλία του: Masks of Charos in Modern Greek Demotic Songs: Sources, Representations and Context (2017)⸱μεταφράσεις από τα ελληνικά: Jorgos Seferis, Dni (1941-1956) [Μέρες, 1941-1956] (2019), Jorgos Seferis, Król Asine i inne wiersze [Ο Βασιλιάς της Ασίνης και άλλα ποιήματα (2020), Jorgos Seferis, Róża losu. Eseje wybrane [Το Ρόδο της Μοίρας. Επιλεγμένα δοκίμια] (2020).

Comments